Ανοιχτό κεφάλαιο...

Μάνος Ελευθερίου
Άνθρωπος στο πηγάδι

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

ΝΥΧΤΑ...





Όπως τον ονειρεύτηκαν εκείνοι οι πρώτοι άτυχοι ονειροπόλοι μιας μεγάλης επανάστασης, στην οποία πίστεψε κάποιο διάστημα κι ο ίδιος με όλη του την ψυχή, και τώρα ήταν υποχρεωμένος να γλείφει το φαρμάκι από τα κατακάθια του καφέ της.
Σελ. 165

Αισθάνεται ντροπή και εξευτελισμό για τη δύσκολη θέση του. Αν σωθεί, δεν πρέπει να μάθει κανείς γι’ αυτή την ταπείνωση.
Σελ.165

…σκεπάζοντας το κεφάλι με την μπέρτα του για ν’ αποφεύγει όσο μπορεί το χιονόνερο που έπεφτε ασταμάτητα…
…Άρχισε πάλι να τραυλίζει. «Για την ώρα, είμαι ο Ηλ. Για την ώρα».
Σελ. 173

Τίποτα δεν ακολουθεί το ρυθμό του θεατρικού έργου και τα λόγια που έγραψε ο ποιητής.
…Αυτός ήταν. Ο πατέρας του. Άρχισε σιγά σιγά να μπαίνει στην ατμόσφαιρα του έργου. Ο πατέρας του ήταν ολόκληρος πασπαλισμένος με στάχτη.
……
Πάνω από το μέτωπο ήταν αραιά, και το μέτωπο γυάλιζε κάπως. Το φάσμα του ‘γνεψε.
Ώ, μικρέ μου. Έλα, πουλάκι μου. Come, bird. Come”.

Σελ.174…..175
Κάποια στιγμή όμως έπρεπε να μιλήσει, να φωνάξει, να ζητήσει εξηγήσεις, και εν ανάγκη να βγάλει το μπλοκάκι του –για να θυμηθεί ότι ήταν και συγγραφέας- και να σημειώνει με την ψυχή στο στόμα όσα ακούει, γρήγορα, ασθματικά, ίσως τις πολυσύλλαβες λέξεις να τις έγραφε με ευκολία με τις αντίστοιχες, όπου ήταν δυνατό, μονοσύλλαβες αγγλικές, για να προλαβαίνει να καταγράψει όσα περισσότερα μπορεί. Ουσιαστικά θα έπαιζε συγχρόνως τρεις ρόλους: του πρωταγωνιστή, του θεατή, και του συγγραφέα.
Σελ.177

Τα βουνά στο βάθος, απατηλά και υπερκόσμια, τα κελαηδίσματα των νυχτερινών πουλιών, ιδίως της κουκουβάγιας, τα μακρινά γαβγίσματα των σκυλιών που τα είχαν οι άντρες των περιπόλων μέσα και έξω από τον κήπο.
Σελ.181

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ




»Εσένα που είσαι συγγραφέας, είναι στο χέρι σου πια, μόλις βγεις απ’ το πηγάδι, να τα καταγράψεις όλα καταλεπτώς και να γράψεις τις παρατηρήσεις σου και τις ενστάσεις σου. Βρες έναν τρόπο να ενσωματώσεις και την ιστορία που σου είπα ανάμεσα στις τρις ιστορίες που σκέφτεσαι να γράψεις. Ξέχασα να σου πω τη μικρή συνέχεια για το περιστατικό της συκιάς.
Σελ. 152
Ο τρόπος της ομιλίας του θύμιζε πολύ καλά μια παλαιά δική του εποχή, όταν ντυνόταν, πάνω κάτω, σαν κι ετούτον, όταν τα επιχειρήματά του ήταν σαν όλα εκείνα που του αράδιασε, όταν τίποτε ακόμη δεν προμηνούσε τι θα γινόταν αργότερα και πώς θα μάτωνε τελικά μέσα στην αναζήτηση, την αγωνία, την ταπείνωση και παρ’ όλα αυτά, την απόλαυση και τη λύτρωση που δίνει η άσκηση μέσα από τις λέξεις.
Σελ. 153

Καθώς άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του για να κατουρήσει, κατάλαβε ότι το ρούχο του ήταν υγρό. «Ίσως βράχηκα με το νερό του πηγαδιού» σκέφτηκε «σε κάποιαν αδέξια κίνησή μου, που δεν κατάλαβα». Αποκλείεται. Ήταν πολύ υγρό και το σλιπάκι του. Πράγμα που σήμαινε ότι κατουρήθηκε χωρίς να το καταλάβει. Πότε έγινε; Και έγινε μόνο μία φορά ή πολλές;
Σελ. 158

Σε ποιο καράβι μπήκε και ποιος τον βοήθησε να βγει σ’ αυτά τα μέρη που τον κοροϊδεύουν; Στην πατρίδα του ήταν καθηγητής των γαλλικών. Κάτι θα γράψει γι’ αυτόν. Πρέπει να τιμήσει τις αναμνήσεις του. Να τιμήσει εκείνους που του χάρισαν τόσες εικόνες και τόσες λέξεις. Τώρα φοβάται. Φοβάται περισσότερο το φόβο του. Κι ενώ είναι λυσσασμένος και πεινασμένος για λέξεις και εικόνες, γι’ αυτόν δεν έγραψε ποτέ. Κι όμως, αυτά θα τον σώσουν. Να σωθεί. Μόνο γράφοντας θα σωθεί. Και πώς θα βγει απ’ το πηγάδι;
Σελ.160

Μόνο τα πουλιά, τα πετεινά του ουρανού, στον μεγάλο φίκο. Τι ώρα ήταν; Και γιατί τιτιβίζουν τα πουλιά τέτοια ώρα;
Σελ.161

ΒΡΟΧΗ



«Μα πως γίνεται, βρε παιδί μου, και ζουν ακόμη άνθρωποι που ήταν ήδη μεγάλης ηλικίας πριν από πενήντα και εξήντα χρόνια, όταν τους γνώρισα εγώ;»
Σελ.49

Μασάει θρυμματισμένα γυαλιά, η γλώσσα του ματώνει, τις φτύνει τις λέξεις μία μία. Οι λέξεις στέκονται στον αέρα σαν μικρά φύλλα, δεν έχουν μήτε βάρος μήτε ουσία και χρώμα, φτερά πουλιών μοιάζουν που αιωρούνται. Αγαπημένες μικρές ευλογημένες ελληνικές λέξεις, κάπου χτύπησαν σ’ ένα αγκαθάκι και από τα δάχτυλά τους έτρεξε μια σταγόνα αίμα. Θα το ρουφήξει και όλα θα ξαναπάρουν την πρώτη μορφή τους. Άνθρωπος ήταν και μιλούσε.
Σελ.73

Σ’ αγαπούν και σε θαυμάζουν, παρ’ όλα τα σκέρτσα που κάνεις όταν σου λένε καλά λόγια, και ιδίως όταν σε πλησιάζουν στο δρόμο άγνωστοι θαυμαστές και σου δίνουν συγχαρητήρια για όσα γράφεις και μερικοί σου ζητούν και αυτόγραφο. «Τι να το κάνουν» σκέφτεσαι «αφού θα πετάξουν το χαρτάκι που υπέγραψα».
Σελ.98

Όταν έμαθε τα καθέκαστα, κατάλαβε ότι τελικά οι άνθρωποι, μόλις γλυτώσουν το σταυρό, προσαρμόζονται στην καινούργια τους ζωή και ξεχνούν όλα τα βάσανα που πέρασαν.
Σελ.114

Η ιστορία ήταν μάλλον απλή. Είχε αρχίσει να τη γράφει πριν από καιρό. Περισσότερο σημειώσεις κρατούσε, σκέψεις σημείωνε σε μικρά χαρτιά, που τα κολλούσε μετά σε τετράδιο. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα ‘φτανε σ’ ένα τέλος. Τα ελάχιστα που γνώριζε από την πραγματική ιστορία δεν ήταν και όσα ήθελε. Του έλειπε η προηγούμενη ζωή της ηρωίδας, του έλειπε –το κυριότερο- η μετέπειτα ζωή της και πώς αντιμετώπισε τη δυστυχία της.
Σελ.115

Έπρεπε να ήσουν έξω τώρα και να καθόμαστε στο παγκάκι και να σου ‘λεγα μερικά πράγματα γι’ αυτά τα τρία δέντρα που μας περιτριγυρίζουν και μένουν μονάχα τους επί τόσα χρόνια. Σαν να σε βλέπω. Θα ‘βγαζες αμέσως το μπλοκάκι σου και θα σημείωνες. Και είναι σίγουρο ότι, όταν επέστρεφες στο σπίτι σου, θα ‘ψαχνες να βρεις στις εγκυκλοπαίδειες οτιδήποτε γράφτηκε για τον φοίνικα, το φίκο και τη συκιά.
Σελ.143

Κι αν γράψει αηδίες;


Άνθρωπος στο πηγάδι

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Το μυαλό του προσηλώθηκε στο κείμενο που είχε γράψει και σκέφτηκε ότι σ’ αυτό ακριβώς το σημείο του μονολόγου του έπρεπε οπωσδήποτε να γράψει με κεφαλαία γράμματα ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΥΣΗ.
….
Θα μπορέσει άραγε να πείσει το φίλο του ηθοποιό…
….
για μια τέτοια σιωπή; Σελ.211

Αυτά και τα’ άλλα που δεν λέγονται πώς να τα επαναφέρεις; Σελ. 212

Θα με ρωτάς και θ’ απαντώ δίχως λέξεις. Καταλαβαίνεις; Σελ. 213

Σκέψου! Το μυαλό τι το ‘χεις; Σελ. 214

Έρχονται λέξεις στο μυαλό του χωρίς να τις ζητήσει. Τι θέλουν αυτές οι λέξεις; Ποιος του τις στέλνει; Δεν τον ενοχλούν, αλλά δεν έχουν λόγο και να εμφανίζονται. Σελ. 222

Α, βέβαια, θα παραιτηθεί. Θ’ αλλάξει ζωή. Σελ. 226

Πάντα επιστρέφει κάποια στιγμή ο άνθρωπος ν’ αποτελειώσει το έργο του. Τίποτα δεν αφήνει μισό. Να το βρουν ακέραιο όσοι ακολουθούν και όπως το φαντάστηκε. Σελ. 254

Θα ‘ναι κλεισμένος στο γραφείο του και γράφει. Τι γράφει; Ίσως αριστουργήματα. Χαλάλι του τότε! Κι αν γράψει αηδίες; Σελ. 255

Ελπίζει στο ακατόρθωτο.
….
Κανένας δεν έχασε ελπίζοντας. Σελ. 256

«Ξεγύμνωμα της ψυχής» το ονόμαζαν, κι έτσι η ψυχή εμφανιζόταν στο χειρουργικό τραπέζι απροστάτευτη και τελείως έτοιμη για οποιαδήποτε ανάλυση. Σελ. 262

Η ευχή της γιαγιάς του: « Σε ξερή πέτρα να πας και νερό να βρίσκεις». Σελ. 265

Κάποιος τον κυνηγούσε πάντως για άγνωστη αιτία.
….

Δεν έμενε ευχαριστημένος με όσα έγραφε.
….
Πώς να ενσωματωθούν όμως οι ήχοι στο χαρτί; Δεν ήταν λύση να γραφούν νότες. Σελ. 206

Με τον καιρό παραιτήθηκε κι από τα ελάχιστα, αλλά, χωρίς να το καταλάβει και χωρίς τη βοήθεια κανενός φαρμάκου, εγκατέλειψε και απομάκρυνε οτιδήποτε έφθειρε την ψυχή και το σώμα του.
….
Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν ένα δωμάτιο στη ρίζα ενός βουνού, μ’ ένα σιδερένιο κρεβατάκι, τα λίγα απαραίτητα έπιπλα και οπωσδήποτε ένα παράθυρο που να βλέπει στη θάλασσα.
Σελ. 207

Το άσπρο σκέπασε όλη του τη ζωή.

Το άσπρο σκέπασε όλη του τη ζωή. Νόμιζε ότι χιόνιζε. Σελ. 266